Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Moto Guzzi Μοτοσυκλέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Moto Guzzi Μοτοσυκλέτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

The Stelvio way


Το Stelvio της Moto Guzzi είναι από εκείνες τις μοτοσυκλέτες που με την πρώτη ματιά ή τρομάζεις ή την ερωτεύεσαι. Αν και γκουτσάκιας την πρώτη φορά που αντίκρισα το Stelvio τρόμαξα. Κάτι το ύψος κάτι το αλλήθωρο βλέμμα δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Ανάλογη ήταν η συνέχεια και μετά την πρώτη οδηγική επαφή το καλοκαίρι του 2008.

Μόλις είχε έρθει στην αντιπροσωπεία της piaggio (όχι δεν είναι λάθος η Piaggio είναι ο λόγος που υπάρχει ακόμα η Moto Guzzi και αυτή τα πουλάει στην Ελλάδα) και ήταν διαθέσιμο για test ride. Ακόμα ήμουν φρέσκος στη μάρκα, είχα το δικό μου guzzi για μόλις 1 χρόνο. Γρήγορα σκαρφάλωσα στη σέλα του (εντάξει δεν είναι τόσο ψηλό) και έφυγα για Πολύγυρο. Η πρώτη απογοήτευση δεν άργησε να έρθει. Ανοίγοντας το γκάζι περίμενα να φάω την ίδια σφαλιάρα όπως στο 2βάλβιδο 1200sport μου με έξτρα κερασάκι επιπλέον άλογα. Το Stelvio φοράει το νέο 4βάλβιδο 1200άρη μοτέρ που σημαίνει ότι χαμηλά έχει λιγότερη ροπή για να δώσει επιπλέον ιπποδύναμη ψηλά. Στα χαρτιά γιατί στην πράξη δεν είναι έτσι. Η αίσθηση που αποκόμισα τότε ήταν ότι χαμηλά έχει την ίδια ροπή με ένα καλό 600αρι 4κύλινδρο και ψηλά δεν κατάλαβα διαφορά στη δύναμη. Πως θα μπορούσα άλλωστε αφού ανεβάζει τις ίδιες στροφές με το 2βάλβιδο.


Από τότε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι και ακόμα περισσότερο λάδι μέσα και έξω από τον κινητήρα του Stelvio. Τα πρώτα μοντέλα βασανίστηκαν από πολλά προβλήματα στο κινητήρα και όχι μόνο. Έγιναν πάρα πολλές ανακλήσεις από τους εκκεντροφόρους μέχρι το κεντρικό σταντ. Προς τιμήν της η guzzi παραδέχτηκε ότι η 2η ανάκληση στους εκκεντροφόρους λύνει οριστικά το πρόβλημα. Αυτό θα πει ότι αν ψάχνετε για μεταχειρισμένο Stelvio κοιτάξτε από το 2011 και μετά ή την έκδοση NTX. Τα καινούργια μοντέλα εκτός από ομορφότερα και ικανότερα έχουν ξεπεράσει όλες τις παιδικές ασθένειες του παλιού.


Το μοντέλο της παρουσίασης είναι το ίδιο που οδήγησα το 2008 λίγο πριν το πάρει ο ιδιοκτήτης του. Από τότε έχει αλλάξει, εκκεντροφόρους, χαρτογράφηση, φλάντζα στροφάλου, δίσκους συμπλέκτη, μπότα πιρουνιού και μερικά ακόμα ψηλά. Τα περισσότερα από αυτά στην εγγύηση ή από ανακλήσεις. Προσφάτως και έχοντας 30.000 χλμ άλλαξε και τρόμπα συμπλέκτη. Δεν το λες και τέρας αξιοπιστίας!!!! Μετά από όλα αυτά ευτυχώς το Stelvio δουλεύει μια χαρά και έχει αλλάξει τελείως ο χαρακτήρας του κινητήρα του, γεμίζοντας ροπή χαμηλά θυσιάζοντας λίγα χιλιόμετρα τελικής.

Αν έχετε διαβάσει μέχρι εδώ θα αναρωτιέστε αν με πληρώνει η Piaggio και έχω ακόμα γκούτσι. Προφανώς και όχι, όλα τα μηχανάκια που βλέπετε εδώ είναι φίλων. Για αυτό και μπορώ να κράζω ελεύθερα τα καλά ή τα άσχημα του κάθε μοντέλου. Το να αγοράσεις guzzi ισοδυναμεί με το να ψωνίζεις από μια μικρή μπουτίκ. Αν περιμένεις επειδή έδωσες 13-14.000€ ότι αυτό που πήρες δεν θα χαλάσει ποτέ τότε κάνεις λάθος. Αν σκέφτεσαι έτσι υπάρχει και το TDM, το Vstrom και άλλα τίμια και αξιόπιστα μηχανάκια. Θα μου πείτε και το κατά πολύ ακριβότερο GS χαλάει. Η αγορά ενός guzzi πρέπει να είναι συνειδητή γιατί με κοινή λογική δεν θα το έκανες ποτέ. Αγοράζοντας μια μοτοσυκλέτα από μια βιοτεχνία που κατασκευάζει 7-8.000 μηχανάκια το χρόνο, όσα πουλάει η Yamaha στην Ελλάδα σε 6 μήνες, τότε είναι φυσικό να παρουσιαστούν κάποια "θεματάκια". Υπάρχει ένας εμπειρικός κανόνας για τα guzzi που λέει περίμενε να κυκλοφορήσει για 2 χρόνια και μετά πάρε το επόμενο μοντέλο, διαφορετικά τα πρώτα 20.000 χλμ θα είναι δύσκολα!!!!. Από εκεί και πέρα μόλις το στρώσεις μπορεί να αντέξει άλλα 200.000 χλμ αλλάζοντας μόνο λάδια και καμιά φλάντζα των 3€. Θέλεις να υποστείς μια μικρή ταλαιπωρία για την διαφορετικότητα; Τότε προχώρα άφοβα. Αν όχι και δεν κατηγορώ αυτούς που το δεν κάνουν, τότε ψωνίζεις από Βαυαρία ή Ιαπωνία μεριά. Ευτυχώς η αγορά έχει επιλογές για όλους.


Γκρίνια τέλος γιατί μόλις καβαλήσεις ένα guzzi όλα αυτά χάνονται από το μυαλό σου. Αυτό δεν το λέω μόνο εγώ αλλά και οι περισσότεροι κάτοχοι. Προκαλώ τον οποιοδήποτε κάτοχο Varadero να οδηγήσει το Stelvio. Τα μηχανάκια ουσιαστικά ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Το GS της BMW ξεφεύγει λόγο τιμής. Ξέρω πολλούς που το έκαναν και κάποιοι από αυτούς τόλμησαν την αλλαγή και δεν το μετάνιωσαν. Η τοποθέτηση και η λειτουργία του κινητήρα δεν αφήνουν περιθώρια και τα guzzi ξεχωρίζουν με κλειστά μάτια.


Το Stelvio πήρε το όνομά του από ένα ορεινό πέρασμα στις Ιταλικές Άλπεις που ενώνει την Ιταλία με την Ελβετία. Έναν από τους ομορφότερους δρόμους στην Ευρώπη. Επίσης είναι εγγονός του NTX που πίσω στην δεκαετία του 1970 ήταν το πρώτο on-off της guzzi (dual sport λεγόταν τότε). Συνεπώς η κληρονομιά είναι βαριά και αυτό ήταν κάτι που οι Ιταλοί το ξέραν καλά όπως επίσης και τον ανταγωνισμό τους λέγε με GS. Στην μάχη ρίξαν ότι είχαν και δεν είχαν. Νέο μοτέρ με 4 βαλβίδες, νέο πλαίσιο βασισμένο σε αυτό του grisso με ισχυρότερο υποπλαίσιο, άξονας και μετάδοση παρέμειναν ίδια με τα 2 βάλβιδα. Επίσης παρέμεινε το αλουμινένιο μονόμπρατσο ψαλίδι που φιλοξενεί τον άξονα με το σύστημα CARC που μειώνει τις αντιδράσεις στο άνοιξε κλείσε του γκαζιού. Μειώνει όχι εξαφανίζει!!!


Ο εξοπλισμός είναι αρκετά πλούσιος και στάνταρ σε αντίθεση με τους Βαυαρούς. Έχουμε και λέμε: ακτινικές δαγκάνες Brembo (τα πρώτα μοντέλα δεν είχαν ABS) με δίσκους 320mm μπροστά, φυσικά μεταλλικά σωληνάκια, υδραυλικό συμπλέκτη, ρυθμιζόμενη ζελατίνα, ρυθμιζόμενη σέλα, πλαστική ποδιά, trip computer με άπειρες επιλογές ακόμα και διαγνωστικό βλαβών, ανάποδο ρυθμιζόμενο πιρούνι marzocchi 50mm, πίσω αμορτισέρ sachs επίσης ρυθμιζόμενο, 6τάχυτο κιβώτιο, σχάρα και ντουλαπάκι στο ντεπόζιτο που όμως είναι μόλις 18 λίτρα. Κάπου βέβαια οι Ιταλοί το παράκαναν όπως με τις διαστάσεις των ελαστικών. Στα πρώτα μοντέλα ήταν ξεκάθαρος ο ασφάλτινος χαρακτήρας για αυτό και φορούσε 19" τροχό εμπρός και 17" πίσω με λάστιχο 180!!! Συνδυασμός που δίνει κορυφαίο κράτημα στην άσφαλτο αλλά θυσιάζει ευελιξία και κόστος ελαστικών. Λίγο μετά κυκλοφόρησε η έκδοση ΝΤΧ με 160 λάστιχο πίσω, αλλαγή η οποία προχώρησε και στα υπόλοιπα Stelvio. Έχοντας οδηγήσει και νεότερα stelvio σίγουρα το προτιμώ με το στενότερο πίσω λάστιχο. Όλα φοράνε ζάντες με ακτίνες. Τα μοντέλα NTX έχουν ψηλότερες αναρτήσεις, κάγκελα κινητήρα, προβολείς ομίχλης και ένα πολύ όμορφο πρασινό - λαδί χρώμα. Εξοπλισμός που μπορείς να βάλεις και στο απλό. Ένα από τα δυνατά σημεία του Stelvio είναι η εμμονή στη λεπτομέρεια στο design. Ανάγλυφα και σκαλιστά σήματα με τον αετό ακόμα και στα πιο τρελά σημεία. Σε αυτόν τον τομέα ο ανταγωνισμός από όλα τα σημεία του ορίζοντα χάνει.


Η ποιότητα κατασκευής είναι αρκετά καλή αλλά με ιδιαιτερότητες!!! Πέρα από τα προβλήματα που τυράννησαν τα πρώτα μοντέλα, η βαφή του ας πούμε παραμένει αψεγάδιαστη μετά από 6 χρόνια. Όχι σε όλα τα σημεία όμως, η πλαστική ποδιά του κινητήρα έχει ξεβάψει σε αντίθεση με την μεταλλική που φορούσαν οι εκδόσεις NTX και ήταν πολύ καλύτερη. Η μπαταρία του Stelvio αντέχει 6 χρόνια ακόμα με χρήση συναγερμού. Η σέλα δεν έχει χάσει καθόλου από την άνεσή της, οι αναρτήσεις λειτουργούν ακόμα σαν καινούριες παρά το μεγάλο βάρος. Τα πλαστικά του γυαλίζουν όμορφα και τίποτα δεν τρίζει ή κουνιέται πράγμα όχι και τόσο συνηθισμένο σε guzzi! Κάποια λαστιχάκια από εδώ και εκεί έχουν ξεραθεί αλλά σε γενικές γραμμές ο χρόνος δεν επηρεάζει το Stelvio.
 

Η ποιότητα κύλισης μετά από 30.000 χλμ είναι ακόμα κορυφαία. Άνεση σε κάθε είδους δρόμου που δεν μεταφράζεται σε κουνήματα και συμπεριφορά καρέκλας όταν σφίγγουν οι στροφές. Εδώ είναι ένα από τα δυνατά χαρτιά του Stelvio σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Οι Ιταλοί κατάφεραν να κρύψουν καλά τα 260+ κιλά του Stelvio και ταυτόχρονα πέτυχαν έναν πολύ καλό συνδυασμό άνεσης και κρατήματος. Παρά τα πολλά κιλά του το Stelvio σε κλειστές διαδρομές δεν φοβάται να τα βάλει με τα υπόλοιπα On-off. Δεν είναι φυσικά KTM και ενώ μπορεί να στρίψει υποδειγματικά για το μπόι του δεν θα το κάνει τόσο αέρινα όπως τα ΚΤΜ. Από την άλλη μεταφέρει στον αναβάτη περισσότερη πληροφορία από ένα GS αλλά θέλει περισσότερη ικανότητα από αυτό για να πάει γρήγορα. Σε σύγκριση με τον ανταγωνισμό από την Ιαπωνία, λέγε με Varadero, TDM και Vstrom, είναι σαφώς καλύτερο αν και σε επιδόσεις υπολείπεται από τα 1000άρια. Οι επιδόσεις του δεν βάζουν φωτιά στην άσφαλτο. Μπορεί να είναι 1200 αλλά αποδίδει γύρω στα 90 άλογα. Το κοντό κιβώτιο βοηθάει στις επιταχύνσεις και αν μάθετε τη λειτουργία του βαρύ συμπλέκτη μπορείτε να παίζετε με τα Varadero στα φανάρια. Η πλούσια ροπή κάνει την χρήση του άψογου κιβωτίου ελάχιστη. Σίγουρα δεν απευθύνεται στους ινδιάνους αλλά σε αυτούς που προτιμούν την οδήγηση με ροή.

Στο ταξίδι και στον ανοιχτό δρόμο είναι στο στοιχείο του. Με δυσκολία καίει πάνω από 6λ/100 χλμ, η θέση οδήγησης είναι σούπερ άνετη ακόμα και αν είστε πάνω από 1,80. Η μεταφορά συνεπιβάτη και αποσκευών είναι πανεύκολη. Η προστασία από τον αέρα είναι πάρα πολύ καλή ενώ η ψηλή ζελατίνα δεν δημιουργεί στροβιλισμούς. Στη σέλα χωράνε 3 αδύνατα άτομα ή 2 καλοαναθρεμμένα. Οι βαλίτσες κουμπώνουν εύκολα, η ουρά είναι αντιγραφή BMW και δεν το κρύβει. Στις φωτογραφίες θα δείτε βάσεις από βαλίτσες, αλλά αυτές είναι προσωπική επιλογή του ιδιοκτήτη. Αν τοποθετήσετε τις εργοστασιακές δεν χρειάζονται. Το τιμόνι είναι αρκετά φαρδύ πράγμα χρήσιμο για μια βαριά και ψηλή μοτοσυκλέτα. Το μόνο που σου κόβει την απόλαυση είναι το μικρό ντεπόζιτο που σε αναγκάζει μετά τα 250 χλμ να ψάχνεις για βενζινάδικο. Στο καινούργιο μοντέλο, από το 2012 και μετά, το ντεπόζιτο έγινε 32 λίτρα!!!! το μούτρο ομόρφυνε και αγρίεψε, η αεροδυναμική βελτιώθηκε, προστέθηκε traction και στο μοτέρ δεν χρειάζεται πλέον να αλλάζεις εκκεντροφόρους...

Τα φρένα αν και δείχνουν εντυπωσιακά δεν είναι τόσο δυνατά. Αυτό οφείλεται μάλλον στην παλιότερη αντλία της Brembo. Πάντα συγκρινόμενα με τα νεότερα μοντέλα του ανταγωνισμού γιατί αν τα συγκρίνεις με του Varadero είναι σαφώς καλύτερα ακόμα και αν δεν έχουν ABS. Αξιοπρεπώς συμπεριφέρεται και στο χώμα και κατάφερα να τα βγάλω πέρα σε βρεγμένο γρασίδι γλιστρώντας απαλά. Εδώ είχα σύμμαχο την λειτουργία του κινητήρα, που σου επιτρέπει να γλιστράς πολύ ελεγχόμενα. Τα λάστιχα που φορούσε το μοντέλο της παρουσίασης (Michelin pilot road 4) είναι καθαρά ασφάλτινα. Σε ένα σημείο που συνάντησα ανηφορική φουρκέτα σε χωματόδρομο με χαλίκι, την ανέβηκα άνετα, στην επιστροφή αν και με έλουσε κρύος ιδρώτας για να την κατέβω, το Stelvio δεν φάνηκε να επηρεάζεται στο παραμικρό.

Το Stelvio από την στιγμή που παρουσιάστηκε απευθυνόταν σε αυτούς που θέλουν να ξεχωρίζουν για τις επιλογές τους και όχι για το πορτοφόλι τους. Συμφωνώ ότι το μηχανάκι έκανε ότι μπορούσε για να τους κάνει να το μετανιώσουν. Όποιος όμως έμεινε πιστός πλέον απολαμβάνει μια ξεχωριστή μοτοσυκλέτα. Αν θέλεις να μπεις στην ιδιαίτερη οικογένεια της Moto Guzzi και σου αρέσουν τα άνετα ταξίδια το Stelvio είναι μια ιδανική μοτοσυκλέτα και ικανότατη τουρίστρια παντός δρόμου. Τα τελευταία μοντέλα είναι βελτιωμένα σε όλα τα σημεία που πονούσε το παλιό, είναι ομορφότερα, πιο αξιόπιστα, με τρελή αυτονομία και ελαφρώς φτηνότερα του ανταγωνισμού. Τα παλιότερα σαν μεταχειρισμένα είναι αρκετά φτηνά και οι ανακλήσεις είναι δωρεάν για όλη τη ζωή του μοντέλου. Γιατί να το αγοράσετε; Μα για να μην σας περνάν για δικηγόρο όταν γυρνάτε ξεκράνωτοι μέσα στην πόλη.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Moto Guzzi 850 Le Mans, ο Άσσος

"Μια βόλτα θα πάω μέχρι το αεροδρόμιο το πολύ και θα έρθω για καφέ."


Δεν πήγα ποτέ για καφέ, ούτε έστριψα στη διασταύρωση για το αεροδρόμιο. Έκλεισα την τάπα στο βενζινάδικο, κατέβασα τη ζελατίνα του κράνους, κούμπωσα την 1η στο κιβώτιο και μετά χάθηκα. Εγώ, ο Άσσος και ο δρόμος. Ο Άσσος, ο δρόμος και εγώ ειλικρινά δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ήθελα να δω αν τραβάει στην ανηφόρα της Καρδίας (με 160 την ανέβηκε άνετα) και από εκεί και πέρα ανέλαβε αυτός να με πάει βόλτα. Με τον τρόπο που μόνο ένας Άσσος μπορεί.


Για να μπορέσω να μεταφέρω την αίσθηση του να οδηγείς το 850 Le Mans της Guzzi, το πρώτο της σειράς "εξ ου και το Άσσος", θα πρέπει όλοι να μεταφερθούμε πίσω στον χρόνο. Όχι για να θυμηθούμε πόσο αθώα, όμορφα και απλά ήταν τα πράγματα πριν 35 χρόνια, αλλά για να θυμηθούμε το συναίσθημα της πρώτης φοράς που οδηγήσαμε μοτοσυκλέτα. Η πρώτη μου μοτοσυκλέτα ήταν ένα ερείπιο SRX 400 που περισσότερο χρόνο ήταν στο συνεργείο παρά στο δρόμο. Ποτέ δεν κατάφερα να το ευχαριστηθώ και 1-1,5 χρόνο μετά αγόρασα ένα καινούργιο fazer.


 
2 τα φλας, 2 οι εξατμίσεις, 2 και τα κύλινδρα
Έτσι ακριβώς αισθάνθηκα με τον Άσσο. Λες και ανέβηκα για πρώτη φορά στο καινούργιο μου μηχανάκι και δεν θέλω να κατέβω με τίποτα. Στην αρχή το γκάζι ανοίγει ευλαβικά σαν να στρώνεις το μοτέρ. Στην ουσία εσύ στρώνεις πάνω στον Άσσο. Λίγο μετά τα ανοίγματα του γκαζιού είναι πιο γενναία και η ζελατίνα του κράνους κολλάει στο πρόσωπο. Οι ταμπέλες χάνονται, η βενζίνη τελειώνει στο ρεζερβουάρ αλλά εσένα δεν σε νοιάζει τίποτα. Θέλεις μόνο να οδηγάς και να φεύγεις....


Πόσο χρονών είναι με ρωτάει ο βενζινάς και εκείνη την στιγμή που κάνω την πράξη στο μυαλό μου συνειδητοποιώ ότι η διαφορά στην ηλικία μας δεν είναι και μεγάλη. Του '78 ο Άσσος του '75 εγώ.
Πόσα πιάνει είναι η δεύτερη ερώτηση. "200" του απαντώ και εκεί είναι που γυρνάω πίσω στο 1978 και φαντάζομαι εμένα 3 χρονών μέσα στο κόκκινο μίνι του πατέρα μου να μας περνάει ένας Άσσος με 200...


Πίσω στο 2013 όμως και αυτή την φορά βρίσκομαι καβάλα στον Άσσο. Στρίβω στην πρώτη ταμπέλα που δείχνει ορεινή διαδρομή αλλά σύντομα χάνομαι. Δεν ακολουθώ την διαδρομή που έχω στο μυαλό μου αλλά αφήνω τον Άσσο να με οδηγεί. Αυτός ξέρει καλύτερα. Οι στροφές φεύγουν κάτω από τα στενά του λαστιχάκια και εγώ δεν ανησυχώ καθόλου. Το Le Mans παρ όλη την ηλικία του συμπεριφέρεται σαν ένα σύγχρονο μηχανάκι. Αυτό που έχει αλλάξει στα σύγχρονα μηχανάκια δεν είναι ότι θα πας τόσο πιο γρήγορα ή τόσο πολύ πιο εύκολα. Απλώς είναι πιο ραφιναρισμένη η αίσθηση που σου αφήνουν. Τα χειριστήρια είναι πιο απαλά, ο συμπλέκτης πιο μαλακός, η σέλα πιο άνετη. Στον Άσσο δεν υπάρχουν φίλτρα μεταξύ του οδηγού και της μοτοσυκλέτας. Γεύεσαι την αγνή και πρωτόγονη αίσθηση που μόνο μια μοτοσυκλέτα με το παλμαρέ του Le Mans 850 μπορεί να σου προσφέρει.

Τα 70 άλογα του Άσσου αρκούν για να τινάξουν τη μοτοσυκλέτα από στροφή σε στροφή χωρίς να αλλάζεις ταχύτητα, τα συνδυασμένα φρένα σε κάνουν να απορείς γιατί σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται και μόλις τα τελευταία χρόνια βγήκαν πάλι στο προσκήνιο. Μικρή ευθεία που την ακολουθεί ανοιχτή αριστερή, ανοίγω το γκάζι, ο Άσσος πλαγιάζει, όταν συνειδητοποιώ ότι λίγο μετά την κορυφή της στροφής υπάρχει ΣΤΟΠ και διασταύρωση. Πίεση στο πεντάλ του φρένου και η μοτοσυκλέτα ακινητοποιήθηκε ακριβώς στην διασταύρωση. Χωρίς "μαγικά" ηλεκτρονικά χωρίς δράματα.

Έτοιμος για την παρέλαση
Τίποτα δεν σου θυμίζει ότι οδηγάς μοτοσυκλέτα 35 ετών. Το τιμόνι κόβει αρκετά, το μοτέρ λειτουργεί άψογα, το κιβώτιο δεν χάνει καμία ταχύτητα, οι αναρτήσεις δουλεύουν ικανοποιητικά. Συγκρίνοντας πάντα με τις σύγχρονες μοτοσυκλέτες τα μειονεκτήματα που θα βρεις είναι τα εξής: Τα όργανα που με την περίεργη γωνία που έχουν διαβάζονται δύσκολα. Τα λαμπάκια τους φαίνονται στο περίπου, οι διακόπτες είναι τελείως διαφορετικοί και θέλουν συνήθεια. Το πλαϊνό σταντ λάμπει δια της απουσίας του! Επί της ουσίας το μόνο που θα σε ενοχλήσει είναι η υψηλή του κατανάλωση. Κατά τα άλλα μπορείς να το χρησιμοποιείς κάθε μέρα. Είναι εντυπωσιακά στενό (ακούς Moto Guzzi;), ζυγίζει κάτω από 200 κιλά (η Moto Guzzi ακούει;) και η σταθερότητά του στα πολλά είναι ανάλογη του fazer 03 που είχα πριν του αλλάξω αναρτήσεις (ακούει η Yamaha;). Τα κλιπόν του είναι όσο πρέπει χαμηλά και η θέση οδήγησης που δημιουργούν σκυφτή αλλά τόσο ώστε να σε στηρίζει ο αέρας και να μην πιάνονται οι καρποί σου. Αν η σέλα του ήταν λίγο πιο μαλακή θα είχαμε ένα ικανό sport tourer. Σε ταχύτητες αυτοκινητοδρόμου είναι σταθερό και μόνο σε έντονες ανωμαλίες θα μεταφέρει ταλαντώσεις στο τιμόνι παρόλο το σταμπιλιζατέρ του. Εδώ ίσως να ευθύνονται τα διπλά αμορτισέρ πίσω.


Τα Delorto που φοράει μπερδεύουν στο ρελαντί και μπορεί να σβήσει ο κινητήρας στο φανάρι, μετά τις 2.000 σαλ όμως ξεροβήχουν, στις 4.000 σαλ έχουν καθαρίσει το λαιμό τους τραβώντας δυνατά, στις 6.000 σαλ σε πετάνε στην πίσω σέλα και συνεχίζουν μέχρι τις 8.000 σαλ. Και όλα αυτά από ένα 2βάλβιδο μοτέρ με ωστήρια. Μόνο να φανταστώ μπορώ την αναταραχή που θα προκάλεσε την εποχή που κυκλοφόρησε, μαζί με το Ducati 900SS. Δεν θα μπω στην διαδικασία να τα συγκρίνω, πως θα μπορούσα άλλωστε αφού δεν έχω οδηγήσει και τα 2.

Στο τέλος της βόλτας σου μένει μια γλυκόπικρη γεύση. Εμένα τουλάχιστον που μου αρέσουν τα Guzzi μου άφησε γλύκα για την ικανότητα που είχε η Guzzi να φτιάχνει πραγματικά σπορ μηχανάκια (71 άλογα και 196 κιλά το 1978) και πίκρα για την εξέλιξη που είχαν τα σπορ(;) μηχανάκια της τα επόμενα χρόνια. Αν με ακούει η Piaggio ας πάρει λίγο από το DNA της Aprilia και ας το ρίξει στο Mandello, μπόλιασμα θέλει μόνο, το γονίδιο υπάρχει γιατί φοβάμαι ότι μόνο με τα εκατομμύρια ευρώ δουλειά δεν γίνετε.

Απολαύστε τον Άσσο με soundtrack από Lanfranconi και David Bowie.


Ευχαριστώ πολύ τον ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας για την προσφορά του.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Epic Sunday

Σήμερα μπορεί να μην πήγαμε αυθημερόν μέχρι το Nordkapp, μπορεί να μην ξύσαμε τους αγκώνες μας στην πίστα, αλλά κάναμε μια πολύ ωραία βόλτα μέχρι τις Σέρρες και ήπιαμε καφέ στο αυτοκινητοδρόμιο. Ο καιρός ήταν ο καλύτερος που μπορούσαμε να έχουμε και τα μηχανάκια που οδήγησα το ένα καλύτερο από το άλλο. Επέστρεψα σπίτι με ένα χαμόγελο που πήγαινε μέχρι το σβέρκο, στοιχεία που συντελούν για την καλύτερη βόλτα εδώ και αρκετό καιρό.

Κατά σειρά εμφάνισης:
Ducati 999
Ο διάβολος φορούσε Metzeler

BMW R1100S
Οι Γερμανοί ξανάρχονται
Και στο τέλος μια ιδέα από Moto Guzzi V11 Le Mans Rosso Corsa
Italian Bon Viveur
 Τα συστατικά μιας καλής βόλτας κατά σειρά προτεραιότητας: 1) μερικοί καλοί φίλοι, 2) ήλιος, 3) 20€.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Βενετία

Προτελευταία μέρα και πρωινή αναχώρηση για Βενετία. Θέλουμε να πάρουμε μια γεύση από την τόσο ξακουστή πόλη πριν μπούμε στο καράβι το πρωί της επομένης. Τα πρώτα 100 χλμ είναι βουνό και η χαρά του παιδιού. Το σφιχτό στροφιλίκι γίνετε ακόμα καλύτερο όταν μπαίνουμε στην Ιταλία. Κατηφορικές φουρκέτες με θετική κλίση που φαίνετε με το μάτι. Σαν να οδηγάς σε οβάλ πίστα. Καλύτερα και από Λούνα Παρκ. Τι είπαμε για το οδικό δίκτυο της Αυστρίας, το Ιταλικό είναι ακόμα καλύτερο. Κάποια στιγμή βγαίνω στην Autostrada και παθαίνω το τελευταίο πολιτισμικό σοκ. Οδηγάς για χιλιόμετρα και περιμένεις κάποια στιγμή να κάνει το μηχανάκι ένα γκουπ. Κάτι να σου ταράξει την πορεία. Ένα σπάσιμο μια μικρή λακουβίτσα. Πλησιάζεις σε γέφυρα. Λες εδώ δεν μπορεί στην ένωση θα χτυπήσει. Τίποτα λες και οδηγώ Mercedes. Βέβαια το αντίτιμο είναι ακριβό. 9€ για 200 χλμ αλλά χαλάλι. Φυσικά ο καιρός για να μας αποχαιρετίσει φρόντισε να μας ρίξει μια αξέχαστη μπόρα 60 χλμ πριν από τη Βενετία. Μπαίνω σε ένα βενζινάδικο για να βάλω αδιάβροχα και μου την πέφτει ένας Τούρκος ζητώντας μου δανεικά για να γυρίσει στην Τουρκία. Με αρχίζει κάτι Greeks - Turks gardash, τώρα το θυμήθηκε, συνεχίζει με you Greeks believe in God Catholics, διάνα έπεσες, βγάζει κάτι χρυσά δαχτυλίδια να μου δώσει για ενέχυρο. Σχεδόν με έπεισε, όχι όμως και τη γυναίκα μου. Καλώς ήρθατε στην Ιταλία. Επιστροφή στην autostrada και η βροχή είναι τύπου κουρτίνας. Βλέπω (τρόπος του λέγειν) μπροστά μου ένα BMW και ένα Χάρλευ με Γαλλικές πινακίδες. Κολλάω από πίσω τους και συνεχίζουμε μαζί σχεδόν μέχρι τη Βενετία. Χαιρετιόμαστε και μπαίνω στη Βενετία. Για άλλη μια φορά το gps με πάει στο κατάλυμα γρήγορα και άκοπα. Μ' αρέσει που πριν ξεκινήσω σκεφτόμουν ότι θα το είχα μόνο για βοηθητική χρήση σε περίπτωση που χανόμουν. Ακόμα θα έψαχνα την 38η διασταύρωση έξω από τη Βενετία.







 
Φτάνουμε στο Camping με τη βροχή να δίνει βροντερό παρόν. Η Θωμαή πηγαίνει στη ρεσεψιόν του κάμπινγκ με τα διαβατήρια για να πάρει κλειδιά. 10 λεπτά αργότερα εγώ ακόμα περιμένω μέσα στη βροχή, μπροστά στη κατεβασμένη μπάρα του κάμπινγκ να περάσω. Όχι δεν έχει ουρά στο γκισέ, αλλά είπαμε. Εδώ είναι Ιταλία, ούνα φάτσα ούνα ράτσα. Όπως κάθομαι και απολαμβάνω τη βροχή το μάτι μου πέφτει πάνω στην αριστερή μου μπότα όπου με φρίκη βλέπω έναν ιριδίζον λεκέ. Ο αριστερός κύλινδρος αποφάσισε να αρχίσει πάλι να στάζει. Παρκάρω το μηχανάκι και επειδή δεν έχει πουθενά υπόστεγο δεν ασχολούμαι άλλο με το θέμα. Το απόγευμα με το λεωφορείο καταβαίνουμε για μια βόλτα στη Βενετία. Τελικά νομίζω ότι είναι υπερτιμημένη πόλη. Δεν λέω ότι δεν αξίζει να πας ή ότι δεν είναι πολύ όμορφη. Νομίζω όμως ότι 1 μέρα αρκεί και ο πολύς κόσμος που κυκλοφορεί θα σε κουράσει γρήγορα. Επίσης οι τιμές τους είναι κάπως τσιμπημένες. Η βροχή τουλάχιστον μας κάνει τη χάρη να σταματήσει και βγάζουμε μερικές όμορφες φωτογραφίες.








Η τελευταία μέρα του ταξιδιού με βρίσκει με το 5άρι άλεν στο χέρι. Η νεκροψία δείχνει ότι ο Ούγγρος μηχανικός δεν έσφιξε σωστά το καπάκι των βαλβίδων με αποτέλεσμα να σκιστεί η καινούργια φλάντζα. Λύση δεν υπάρχει, θα γυρίσω με λερωμένο μπατζάκι στη Θεσσαλονίκη. Στην έξοδο του κάμπινγκ συναντώ 3 μοτοσυκλέτες με πινακίδες Θεσσαλονίκης. Ήταν μια παρέα 6 ατόμων που γύριζαν από ταξίδι στις Γάλλο-Ιταλικές Άλπεις. Τα μηχανάκια τους ένα V-Strom 650, ένα Tenere 660 και ένα Ζ750 όλα δικάβαλα. Αν ξαναγκρινιάξει ο συνεπιβάτης σας για τη σέλα της μηχανής σας, υποσχεθείτε του ότι θα την πουλήσετε και θα πάρετε Ζ750 που είναι ιδανικό για 2κάβαλα ταξίδια!  Είπα να τους ρωτήσω μήπως έχουν κανένα λεπτό χαρτόνι να φτιάξω μια φλάντζα επιτόπου αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα βγάλω άσχημο όνομα στα Ιταλικά μηχανάκια.




Μπαίνουμε στο καράβι και εδώ οφείλω να πω 1000 ευχαριστώ στην ΑΝΕΚ και τους αξιωματικούς της που τα 2 ξεχωριστά κρεβάτια που είχαμε κλείσει σε 3κλινες καμπίνες γίνανε χωρίς καμία χρέωση μια 2κλινη καμπίνα με παράθυρο, δικό της μπάνιο και LCD τηλεόραση, με δική τους πρωτοβουλία. Πρώτη φορά στη ζωή μου ταξιδεύω τόσο άνετα με πλοίο. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν όταν βγήκα στην Ηγουμενίτσα. 35οC έδειξε το θερμόμετρο στο όργανο του γκούτσι όταν την προηγούμενη μέρα στη Βενετία δεν ξεπερνούσε τους 20. Βρίσκω μια σκιά για να βάλουμε μπουφάν, κράνη κτλ και εκείνη την ώρα μου έρχεται η έμπνευση. Στην τσέπη μου έχω μια χαρτοπετσέτα από χοντρό χαρτί που μοιάζει με ύφασμα. Κόβω ένα κομμάτι της και το στουμπώνω πίσω από το μπουζί. Διαρροή τέλος, γύρισα στη Θεσσαλονίκη με στεγνό παπούτσι. Βέβαια όλος ο υπόλοιπος ήμουν μούσκεμα από τον ιδρώτα γιατί οι θερμοκρασίες πάνω στην Εγνατία ήταν μεταξύ 36-38οC. Ευτυχώς έχει πολλά τούνελ και παίρναμε καμιά ανάσα και η Ιταλική βενζίνη φρόντισε ώστε να μην χρειάζεται να ψάχνω βενζινάδικα Κυριακάτικα στην Εγνατία.


400 χλμ με την χαρτοπετσέτα.

Glossgnokler

Επιτέλους μετά από πολλές λίμνες και λοιπά αξιοθέατα έφτασε η μέρα του Glossgnokler. Μη το πείτε στη γυναίκα μου αλλά όλο το ταξίδι αυτό είχε στόχο. Να οδηγήσω στο φημισμένο αυτό πέρασμα, ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης. Είναι ένας εθνικός δρυμός που δεν είναι ανοιχτός στην κυκλοφορία. Μπαίνεις μόνο πληρώνοντας ένα αρκετά τσουχτερό διόδιο και μόνο 7 το πρωί με 9 το βράδυ. Η διαδρομή είναι απίστευτου κάλους και σε δημιουργεί μεγάλο δίλλημα. Να χαζεύω το μοναδικό τοπίο και να σταματήσω 40 φορές για φωτογραφίες ή να πλακωθώ γιατί που θα ξαναβρώ τέτοιο στροφιλίκι με άσφαλτο καλύτερη από την πίστα των Σερρών και τόσα μηχανάκια για να παίξουμε μαζί? Αυτό που προτείνω είναι αφού φτάσετε μέχρι την κορυφή χαζεύοντας, ξεφορτώστε εκεί το μηχανάκι από μπαγκάζια- συνεπιβάτη κατεβείτε πάλι κάτω μέχρι το σταθμό των διοδίων και λυσσάξτε μέχρι την κορυφή. Επαναλάβετε όσες φορές θέλετε μέχρι να λιώσει το πίσω λάστιχο ή να σας κοπεί η ανάσα από τα γκρέμια και το υψόμετρο. Οι εναλλακτικές διαδρομές είναι πάλι πολλές και φαίνονται όλες στον χάρτη που σας δίνουν στα διόδια. Στην διαδρομή υπάρχουν αρκετά σημεία για ξεκούραση και φαγητό, μέχρι και χώροι αποκλειστικά για να μαζεύονται "μηχανόβιοι". Στην διαδρομή συναντάς από αυτοκινούμενα τροχόσπιτα και BMW RT-1100 (τυχαίο παράδειγμα) μέχρι Porsche 911 RS του 72 και ΚΤΜ Supermotrad με όλο τον κατάλογο των έξτρα πάνω τους. Αποκορύφωμα είναι φυσικά η κορυφή στα 2800 μέτρα όπου αφού μαζεύεις το σαγόνι σου από τη θέα, τελειώσεις με τις άπειρες αναμνηστικές Φώτο, τα αναμνηστικά από τα μαγαζάκι, τις Φώτο από το σημείο που δείχνει πως άνοιξαν το πέρασμα πριν 90 χρόνια, κάθεσαι και σκέφτεσαι που έχεις έρθει και τι μάγκας είσαι που τα κατάφερες. Εκείνη την στιγμή σε προσπερνάει ποδήλατο φορτωμένο με σαμάρια που κάνει την ίδια διαδρομή με σένα και με εξωτερική θερμοκρασία 9oC.




























Τελικά δεν γλυτώσαμε την βροχή στο κατέβασμα από τον δρυμό αλλά ήταν του τύπου "θα σε σταματήσω να βάλεις αδιάβροχα αλλά μόλις τα βάλεις θα κόψω" και μας πήγε έτσι μέχρι τα Ιταλό-Αυστριακά σύνορα και το τελευταίο χωριό που θα διανυκτερεύαμε το Birnbaume. Ο δρόμος για να φτάσεις σε αυτό ήταν ένα μίγμα από φουρκέτες δίπλα σε ένα ποταμό με εναλλαγές μπαίνω και  βγαίνω από το φαράγγι. Το Birnbaume είναι ένα μικρό χωριουδάκι με 10 σπίτια, ένα δημοτικό σχολείο, ένα εθελοντικό πυροσβεστικό σταθμό και 2 ξενοδοχεία τα οποία είχαν ταμπέλες απ' έξω "Bikers Welcome". Λογικό γιατί εκεί πάνω κυκλοφορούνε περισσότερες μοτοσυκλέτες από ότι αυτοκίνητα. Το ξενοδοχείο ήταν πολύ ωραίο με νοστιμότατη και πάμφθηνη κουζίνα, ότι χρειάζεται δηλαδή μετά από 10 ώρες στη σέλα. Ευτυχώς η μικρή μπύρα τους ήταν 0,33λ αλλά το σνλίτσελ XXL. Η τελευταία μέρα περιελάμβανε πάλι δρυμό τύπου Gnossglokner πολύ μικρότερου μεγέθους όμως. Ο καιρός όμως μας ξύπνησε με βροχή και το σύνολο των 300χλμ που θα έπρεπε να κάνουμε μαζί με την κούραση των 2 εβδομάδων στο δρόμο ανέβαλαν την τελευταία εκδρομή. Κάποια στιγμή που σταμάτησε να βρέχει ξεκινήσαμε για πεζοπορία στο φαράγγι που ήταν κάτω από το χωριό. Ακόμα και εκεί μέσα στο ξεχασμένο δάσος είχε ταμπέλες, παγκάκια για να κάτσεις και γεφυρούλες. Το υπόλοιπο της μέρας το περάσαμε με καφέ, φαγητό και μπύρα στο ξενοδοχείο.