Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Βουκουρέστι - Το Παρίσι της Ανατολής

Ο δρόμος που ενώνει το Brasov με το Βουκουρέστι είναι αρκετά καλός. Στην αρχή περνάει δίπλα από ένα ποτάμι που σκάβει ένα βουνό, φανταστείτε τα δικά μας Τέμπη αλλά για 10πλάσια απόσταση. Για να μην χαλάσει το γούρι, μας συνόδευε έντονη βροχή και ομίχλη οπότε δεν ευχαριστηθήκαμε την διαδρομή. Μόλις έκοψε η βροχή βγήκαμε από την Τρανσυλβανία και μας υποδέχτηκε η Βλαχία με τις τεράστιες πεδιάδες και τις ατελείωτες ευθείες. Όσο πλησιάζαμε στο Βουκουρέστι ο δρόμος γινόταν ακόμα καλύτερος, όπως και ο καιρός. Όταν μπήκαμε στη μητρόπολη του Βουκουρεστίου είδα πως είναι να οδηγάς σε λεωφόρους με 6 λωρίδες ανά κατεύθυνση!

Η πρωτεύουσα της Ρουμανίας είναι κτισμένη στην νοτιοανατολική άκρη της χώρας στις όχθες του ποταμού Ντουμπόβιτσα. Με πληθυσμό μόλις 2 εκ. κατοίκους είναι αξιοπερίεργο πως καταλαμβάνει έκταση 228 τ. χλμ. Η ιστορία της πόλης σύμφωνα με τον μύθο ξεκινά από έναν βοσκό τον Μπούκουρ, το όνομα του οποίου σημαίνει ωραίο. Ο Μπούκουρ λοιπόν εκτός από βοσκός ήταν και δεινός φλαουτίστας με αποτέλεσμα να μαζεύεται κόσμος γύρω του για να τον ακούσει. Σιγά σιγά ο κόσμος αυτός ίδρυσε μια πόλη που ονομάστηκε προς τιμήν του Βουκουρέστι.

Η λέσχη των Αξιωματικών

Η ιστορία από την άλλη λέει ότι ο γνωστός μας Βλαντ Τσέπες ο 3ος (κόμης Δράκουλας) πρίγκηπας της Βλαχίας, γνωστός και ως ανασκολοπιστής, το 1459 προσπάθησε να αναπτύξει το Βουκουρέστι και να το μετατρέψει σε πρωτεύουσα της Ρουμανίας. Ίσως να βοήθησε και η συνήθεια που είχε να "ανασκολοπίζει" όσους διαφωνούσαν μαζί του, όπως και τους Οθωμανούς που συχνά πυκνά "επισκέπτοταν" την Ρουμανία.


Η πόλη πέρασε από διάφορα δεινά και κατακτητές (Οθωμανούς, Αυστροούγγρους και Ρώσους) μέχρι το 1862 που ενώθηκε η Βλαχία με τη Μολδαβία και τελικά το 1881 να ιδρυθεί επίσημα η Ρουμανία. Πρώτος βασιλιάς της χώρας ήταν ο Κάρολος ο Α' ο οποίος έφερε Γάλλους αρχιτέκτονες για να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της πόλης. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν το Βουκουρέστι να αποκτήσει ένα άρωμα δυτικής Ευρώπης και το παρατσούκλι "Παρίσι της Ανατολής".


Στη νεότερη ιστορία η κομμουνιστική διακυβέρνηση άφησε το στίγμα της. Τα καλαίσθητα κτίρια δώσανε τη θέση τους σε γεωμετρικούς τσιμεντένιους ογκόλιθους αρκετά εντυπωσιακούς μολαταύτα. Χαρακτηριστικότερο από όλα αυτά τα κτίρια είναι το παλάτι του Τσαουσέσκου που είναι και η κορωνίδα του οικιστικού του  πλάνου. Είναι το 2ο μεγαλύτερο κτίριο στον κόσμο μετά το πεντάγωνο στις ΗΠΑ. 3ο αν αναρωτιέστε είναι η Πυραμίδα του Χαίοπα στην Αίγυπτο.

Οι Ρουμάνοι είναι Ορθόδοξοι

Το όνομα του Τσαουσέσκου δεν θα το ακούσετε ούτε μια φορά κατά την πολύωρη ξενάγηση στο Παλάτι του Κοινοβουλίου και ας ήταν αυτός που το εμπνεύστηκε και ξεκίνησε να το χτίζει το 1984. Αφού πρώτα γκρέμισε 5.000 σπίτια, ένα μοναστήρι, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και ισοπέδωσε έναν λόφο. Το κτίριο είναι φτιαγμένο από υλικά εξ ολοκλήρου από τη Ρουμανία. 1.000.000 τόνοι μαρμάρου από διάφορες περιοχές της χώρας, 3.500 τόνοι κρυστάλλου, 900.000 κυβικά μέτρα ξύλου και 200.000 τ.μ. χαλί είναι μερικά από αυτά. Για την κατασκευή του δούλεψαν 20.000 εργάτες και 700 αρχιτέκτονες σε βάρδιες όλο το 24ώρο. Αποτελείται από 12 ορόφους, 1.100 δωμάτια και 4 υπόγεια. Η μικρή εκδοχή της ξενάγησης που διαρκεί 2 ώρες καλύπτει μόλις το 5% του κτιρίου.

Το παλάτι του Κοινοβουλίου

Οι αίθουσες είναι πραγματικά τεράστιες σε βαθμό υπερβολής. Σε μια από αυτές υπάρχει ο μεγαλύτερος πολυέλαιος του κόσμου βάρους 2,5 τόνων. Τα χαλιά τα περισσότερα από τα οποία υφάνθηκαν μέσα στις αίθουσες που βρίσκονται, γιατί ήταν πολύ μεγάλα για να μεταφερθούν, καθρεφτίζουν το σχέδιο της οροφής. Το παλάτι ήταν το πιο μεγαλεπήβολο σχέδιο του παρανοϊκού Τσαουσέσκου ο οποίος όμως δεν πρόλαβε να το δει ολοκληρωμένο αφού φυγαδεύτηκε με ελικόπτερο, όπως θα πρέπει να κάνουν και μερικοί "ηγέτες" της "δημοκρατικής" Ελλάδας. Σήμερα είναι το κοινοβούλιο της χώρας και εξυπηρετεί πολλά συνέδρια με τις τεράστιες αίθουσες του. Σε μια από αυτές είχαν διοργανωθεί και αγώνες ενόργανης γυμναστικής.

Ο μεγαλύτερος πολυέλαιος στον κόσμο

Το Βουκουρέστι είναι ένα μείγμα παλιάς Ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, έχει ακόμα και αψίδα του θριάμβου αντίγραφο του Παρισιού, αν δεν είχε την Ρουμάνικη σημαία δεν θα την ξεχώριζες, με έντονη όμως την στάμπα του σοσιαλιστικού παρελθόντος και της μεγαλομανίας του Τσαουσέσκου. Το 1984 έφτιαξε μια λεωφόρο αντίγραφο των Ιλισίων Πεδίων, λίγα μέτρα όμως μεγαλύτερη! Το 1989 από Λεωφόρος Νίκης του Σοσιαλισμού μετονομάστηκε σε Λεωφόρος Ενότητας.

Ο καλύτερος τρόπος για να γυρίσετε το Βουκουρέστι είναι το 2ώροφο τουριστικό λεωφορείο που κάνει βόλτα στο κέντρο της πόλης. Έχει 24ώρο φτηνό εισιτήριο, ξενάγηση σε διάφορες γλώσσες και από την ανοιχτή οροφή του μπορείς να βγάλεις όμορφες φωτογραφίες. Επίσης τα ταξί είναι πολλά και φτηνά για τα Ελληνικά δεδομένα. Οι δρόμοι της πόλης είναι τεράστιοι με αρκετοί κίνηση γεμάτοι Dacia και Bentley!!! Η μεσαία τάξη από ότι φαίνεται είναι είδος προς εξαφάνιση στη Ρουμανία. Στην ακριβότερη και ομορφότερη περιοχή της πόλης βρίσκεται και η Ελληνική Πρεσβεία.... Μέσα στην πόλη υπάρχουν 4 πάρκα. Το μεγαλύτερο από αυτά βρίσκεται απέναντι από την πρεσβεία που λέγαμε και έχει έκταση 1,1 τετραγωνικού χλμ. τα 2/3 της οποίας αποτελούνται από μια λίμνη. Στο πάρκο υπάρχουν χώροι αναψυχής, εστιατόρια, μπορείς να κάνεις μίνι κρουαζιέρα, βαρκάδα, ποδήλατο. Το λεωφορείο που σας ξεναγεί στην πόλη έχει στη διαδρομή του 2 στάσεις έξω από τις εισόδους του πάρκου. Τα υπόλοιπα πάρκα δεν στερούνται ομορφιάς ή μεγέθους, μουσείων, ποικιλίας δέντρων, απλώς δεν είναι στο κέντρο στης πόλης. Οποιαδήποτε σύγκριση με τα Ελληνικά αστικά κέντρα είναι ατυχής. Μια ελπίδα υπάρχει στην Αθήνα με το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού για να δημιουργηθεί ένα μητροπολιτικό πάρκο και αυτό βλέπω να γίνεται τσιμέντο και εμπορικά κέντρα.

Εδώ μπροστά έπαιξε ο Roger Waters

Στο κέντρο του Βουκουρεστίου υπάρχει και η παλιά πόλη, ή καλύτερα ένα δείγμα παλιάς πόλης, η οποία δεν έχει καμία γραφικότητα και είναι γεμάτη από εστιατόρια και φασαριόζικα καφέ. Προτιμήστε να φάτε κάπου αλλού, ακόμα και τα κυριλέ εστιατόρια είναι φτηνά, εκτός αν θέλετε να αισθάνεστε τελείως tourist. Αγγλικά στην πρωτεύουσα μιλάνε πολλοί. Στην επαρχία μόνο στα ξενοδοχεία και αυτό δεν είναι σίγουρο.Την πρώτη μέρα που βρεθήκαμε στο Βουκουρέστι είχε συναυλία ο Roger Waters μπροστά στο κοινοβούλιο. Δυστυχώς τα μοναδικά εισιτήρια που μπόρεσα να βρω κόστιζαν 180€ το ένα και κάπως έτσι χάσαμε το The Wall μια συναυλία εμπειρία ζωής.

Το κτίριο της Ελευθερίας του τύπου. Επί Σοσιαλισμού στέγαζε όλη την προπαγάνδα του καθεστώτος, τώρα στεγάζει όλες τις εφημερίδες. Αναρωτιέμαι αν άλλαξε κάτι από το ένα σύστημα στο άλλο.


Ρουμάνος Ζητάς με CAN AM Spyder

Η πλαϊνή όψη του Κοινοβουλίου
 
Η Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας


Όχι δεν είναι στη Γαλλία, προσέξτε τη σημαία

Ένα γκούτσι V65 είδα παρκαρισμένο στο δρόμο και άλλο ένα σε βιτρίνα εστιατορίου!

Bran το κάστρο του Κόμη Δράκουλα


Στα νότια της Τρανσυλβανίας στην μικρή πόλη Bran, βρίσκετε το κάστρου του φημισμένου κόμη Δράκουλα. Αυτό που τουλάχιστον η φαντασία του Ιρλανδού συγγραφέα Αβραάμ "Μπραμ" Στόκερ θεωρεί το σπίτι του. Σημειώστε εδώ πως ο διάσημος συγγραφέας ποτέ δεν είχε επισκεφτεί την Τρανσυλβανία και η σχέση του πρίγκιπα της Βλαχίας Βλαντ Τσέπες, του ιστορικού προσώπου πίσω από το μύθο του Δράκουλα, με το κάστρο ήταν στην καλύτερη περίπτωση οριακή.

Παρ' όλα αυτά η επιλογή είναι πολύ έξυπνη καθώς το κάστρο αποπνέει μια αύρα μυστηρίου, ειδικά αν το επισκεφτείς μια μέρα με ομίχλη όπως εμείς. Χτισμένο από Τεύτονες ιππότες σε ένα λοφίσκο στην άκρη της πόλης, διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Σήμερα, ο επισκέπτης του μπορεί να περιηγηθεί σε 30 επιμελώς επιπλωμένα δωμάτια, που συνδέονται με εσωτερικές σκάλες και κρυφά περάσματα. Επιπλέον στις παρυφές του κάστρου υπάρχει ένα Υπαίθριο Εθνογραφικό Μουσείο με παλιά ξύλινα σπίτια χωρικών της περιοχής που δένουν πλήρως με τη μεσαιωνική εικόνα που αποπνέει το κάστρο. Δίπλα ακριβώς βρίσκεται και μια υπαίθρια αγορά που πουλάει αναμνηστικά αντικείμενα με θέμα βέβαια το "Δράκουλα".


Μυστικά περάσματα
Αριστερά η στολή του Βλαντ χωρίς αυτόν, δεξιά ο μπλόγκερ χωρίς την στολή του
Δράκουλας χωρίς ένα βασανιστηριάκι δεν γίνεται


Συνεχίζοντας την πορεία μας προς το Brasov, συναντήσαμε και το μεσαιωνικό κάστρο Ρασνόφ. Χτισμένο και αυτό από Τεύτονες το 1331 είναι σαφώς παλιότερο αλλά σε κακή κατάσταση σε σχέση με αυτό του Μπραν. Η πρόσβαση γίνεται με τρενάκι - τρακτέρ και το εισιτήριο είναι πολύ φτηνό. Το επισκεφτήκαμε γιατί σύμφωνα με τον μύθο έπεσε στα χέρια του εχθρού μόνο μια φορά το 1612, όταν κατάφεραν να του αποκόψουν την τροφοδοσία του νερού. Έκτοτε άνοιξαν ένα πηγάδι στο εσωτερικό του για να έχουν παροχή νερού. Την εργασία ανέλαβαν 2 αιχμάλωτοι Οθωμανοί και τους πήρε 17 χρόνια!!!! Στους τοίχους του πηγαδιού υποτίθεται ότι έχουν σκαλίσει στίχους από το κοράνι. Δυστυχώς το εσωτερικό του κάστρου είναι ερείπιο και δεν βρήκαμε τίποτα, αλλά τουλάχιστον απολαύσαμε τη θέα.

Το κάστρο του Ρασνόφ

Έδρα μας όσο εξερευνούσαμε την "μεσαιωνική" Τρανσιλβανία ήταν το Brasov. Μια πολύ όμορφη, μικρή και συμπαθητική πόλη που μας φιλοξένησε για 2 μέρες, στην προσπάθειά μας να ξεκουραστούμε από τους κακοτράχαλους δρόμους της Ρουμανίας. Το Μπρασόβ κτίστηκε το 1211 από Τεύτονες ιππότες (τι άλλο!!!) στους πρόποδες του βουνού Τάμπα, 160 χλμ βορειοδυτικά από το Βουκουρέστι και υπήρξε μια από τις επτά οχυρωμένες πόλεις της Τρανσυλβανίας. Τα κτίρια, οι εκκλησίες, τα καλοδιατηρημένα σπίτια του θυμίζουν περισσότερο κεντροευρωπαϊκή πόλη παρά βαλκανική πόλη. Στο Μπρασόβ βρίσκεται η μαύρη εκκλησία και είναι η μεγαλύτερη Καθολική εκκλησία μεταξύ Βιέννης και Κωνσταντινούπολης. Σε αυτήν βρίσκετε και η μεγαλύτερη καμπάνα της Ρουμανίας βάρους 7 τόνων. Το όνομα της προήλθε μετά από μια φωτιά που έκανε το γοτθικό στυλ της ακόμα πιο επιβλητικό.



Από εκεί είχαμε δύο επιλογές: Θα συνεχίζαμε βόρεια για τη Χουνεντόρα και ακόμα ένα κάστρο που στις φωτογραφίες τουλάχιστον φαινόταν εκπληκτικό ή νότια προς το Βουκουρέστι ξεκινώντας την επιστροφή προς την Ελλάδα. Ο καιρός δεν ήταν με το μέρος μας και η βροχή μας έπαιζε κρυφτούλι οπότε η απόφαση για το Βουκουρέστι πάρθηκε γρήγορα.


Η πύλη της Αικατερίνης. Μην σας ξεγελάει η παραμυθένια όψη. Κρεμούσαν κόσμο από έξω.

Δρόμος Σχοινί, πλάτους 1.3 μ. Ίσως το στενότερο δρομάκι στην Ευρώπη.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Transfagarasan τα δόντια του Δράκουλα

"Ο ομορφότερος δρόμος του κόσμου" σύμφωνα με τον Jeremy Clarkson του Top Gear και δεν θα διαφωνήσω ως προς την ομορφιά της διαδρομής αλλά για ολόκληρου του κόσμου κρατάω μια επιφύλαξη.

Τελευταίο βενζινάδικο πριν το διαβόητο πέρασμα και αναγκαστικό φουλάρισμα μιας και το επόμενο είναι 150 χλμ μακριά. Συναντώ 2 Πολωνούς μοτοσυκλετιστές και ανταλλάσσουμε πληροφορίες για την διαδρομή και τον καιρό. Από το Sibiu που ερχόμουν είχε μια μικρή βροχούλα. Στο Tranfagarasan που πήγαινα τα σύννεφα δεν ήταν βροχής σύμφωνα με τους Πολωνούς και ευτυχώς είχαν δίκιο. Οι Πολωνοί κατευθύνονταν προς Transalpina και τους ενημέρωσα ότι θα χρειαζόταν βενζίνη για 200 χλμ για να το περάσουν, κάτι που οριακά κατάφερνε το Kawasaki Z1000SX του ενός. Τουλάχιστον ο 2ος με Tiger Explorer κουβαλούσε αρκετή βενζίνη και για τους 2.


Ξεκινάμε την ανηφόρα η οποία είναι από τις πιο απότομες που έχω ανέβει ποτέ. Το τοπίο είναι έντονα αλπικό με πυκνό καταπράσινο δάσος, ρυάκια τα οποία γίνονται μικροί καταρράκτες και ατελείωτους γκρεμούς. Σύντομα το σκηνικό αλλάζει και τα Έλατα δίνουν τη θέση τους στα βράχια. Ο δρόμος σκαρφαλώνει στην πλαγιά του βουνού που είναι τόσο απότομη που θα έκανε ακόμα και την ανάβαση με τα πόδια δύσκολη. Οι φουρκέτες διαδέχονται η μια την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό, η θέα σου κόβει την ανάσα, το μοτέρ βρυχάται στις μεσαίες στροφές και παρακαλάει για λίγο γκάζι ακόμα. Η άσφαλτος έχει καλή πρόσφυση αλλά είναι γεμάτη μπαλώματα και δεν εμπνέει για παιχνίδι, από την άλλη πάλι η χάραξη του δρόμου σε βάζει στην πρίζα αλλά κάπου εκεί έχεις φτάσει στην κορυφή και το παιχνίδι τελειώνει. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του Transfagarasan. Είναι απότομο, με άγρια ομορφιά, δύσκολο και επικίνδυνο αλλά τελειώνει γρήγορα.


Στην κορυφή του βουνού υπάρχουν καντίνες και αναψυκτήρια για όποιον κουράστηκε από τα μόλις 45 χλμ της ανηφόρας και αμέσως μετά περνάμε ένα σκοτεινό και μουσκεμένο τούνελ για να βγούμε στην απέναντι πλευρά του βουνού. Ο καιρός αλλάζει σε 500 μόλις μέτρα, ο ήλιος δίνει την θέση του στα σύννεφα και ταυτόχρονα αρχίζει η μουσκεμένη κατηφόρα. Ο δρόμος που άνοιξε όμως ο Τσαουσέσκου για να περνάει ο στρατός του δεν είχε πει την τελευταία του λέξη ακόμα.


2-3 στροφές μετά το τούνελ και έχοντας διαπιστώσει ότι αυτό ήταν το φημισμένο Transfagarasan, κατηφορίζω νωχελικά και ανταποδίδω τον χαιρετισμό μιας οικογένειας που είχε σταματήσει στην άκρη του δρόμου όταν ξαφνικά το δεξί μου πόδι βρίσκεται στον αέρα. Το μαρσπιέ αποφάσισε ότι δεν άντεχε άλλο την πίεση της μπότας μου και αποχώρησε με κατεύθυνση το γκρεμό. Φρένο και σταματάω στην άκρη του δρόμου. Σχήμα λόγου βέβαια μιας και ο δρόμος είναι στενός και άκρη δεν υπάρχει παρά μόνο μπαριέρα και μετά το χάος. Γυρνάω προς τα πίσω ποδαράτος μπας και το βρω. Για καλή μου τύχη 5 λεπτά μετά βρίσκω το μαρσπιέ και τη βίδα του. Τα νέα όμως δεν είναι ευχάριστα. Πάνω στη βίδα βλέπω το πάσο της βάσης που έχει σπάσει οπότε δεν υπάρχει ελπίδα να ξανά βιδώσει. Τελικά το ρυθμιζόμενο αλουμινένιο μαρσπιέ δεν άντεξε την πίεση του βουνού. Καλά να πάθω μιας και αυτό δεν είναι το μαρσπιέ του Guzzi αλλά ένα ζευγάρι aftermarket που μου έδωσε φίλος και έχουν νόημα για χρήση σε πίστα και όχι σε κακοτράχαλους ορεινούς δρόμους.


Το βιδώνω πάλι προσεκτικά, το δένω και με ένα tire up αλλά δεν αντέχει καθόλου. Βρίζοντας που δεν έχω μαζί μου κόλλα σπειρωμάτων ενώ κουβαλάω ένα σωρό άλλα πράγματα σκέφτομαι τι να κάνω εκεί πάνω. Προσπαθώ να οδηγήσω με το δεξί πόδι να πατάει μόνο στη βάση του μαρσπιέ κάτι που δεν είναι ακατόρθωτο αλλά είναι αρκετά κουραστικό. Στην επόμενη φουρκέτα σταματάω πίσω από μια μοτοσυκλέτα Πολωνών! που κάνουν στάση για να πιουν νερό. Η κοπέλα μιλάει πολύ καλά Αγγλικά και μου λέει ότι ο φίλος της είναι μηχανικός, αλλά δεν έχει κόλλα σπειρωμάτων... Ανοίγει τη σέλλα του Honda CB500X και βγάζει τα εργαλεία της μηχανής. Ένα κατσαβίδι, ένα γαντζόκλειδο και μια κλειδαριά κράνους, Respect Honda!!! Το γκούτσι προφανώς, έχει μια εργαλειοθήκη που σου επιτρέπει να κάνεις μικρό σέρβις μόνος σου, χώρια κάποια εργαλεία που κουβαλάω πάντα μαζί μου και ευτυχώς έχω διάφορες βίδες και παξιμάδια.

Λίγο πιο σίγουρος που έχω κάποιον με 5 βασικές γνώσεις δίπλα μου, δοκιμάζω διάφορες βίδες. Βρίσκω μια που φαίνεται να σφίγγει ικανοποιητικά, είναι πιο μακριά όμως κάτι που λύνεται εύκολα βάζοντας μια ροδέλα και ένα παξιμάδι. Το πατάω και δεν φεύγει οπότε είμαστε έτοιμη για αναχώρηση. Ένα tire up ακόμα μπαίνει σε στρατηγικό σημείο ώστε σε περίπτωση αποτυχίας να μην ψάχνω το μαρσπιέ στην άκρη του δρόμου και είμαστε έτοιμοι. Το ζευγάρι των Πολωνών ταξιδεύει εδώ και 10 μέρες έχοντας φτάσει μέχρι τα Σκόπια. Διανυκτερεύουν σε σκηνή κάτι που τους κάνει μικρούς ήρωες μιας και εκεί πάνω βρέχει σχεδόν κάθε βράδυ. Δηλώνουν ότι είναι η 9η χρονιά που έρχονται στη Ρουμανία, η πρώτη φορά που το κάνουν με μοτοσυκλέτα και τους αρέσει πολύ. Παιδιά αφού φτάσατε μέχρι τα Σκόπια έπρεπε να κατεβείτε μέχρι τη Χαλκιδική!


Έχοντας χάσει μια ώρα συνεχίζουμε ανεβάζοντας ρυθμό. Έχουμε διανύσει λίγα χλμ και πρέπει να φτάσουμε μέχρι το Brasov που είναι ο επόμενος σταθμός και το πέρασμα από το Transfagarasan μας αναγκάζει να κάνουμε ένα μεγάλο κύκλο. Η διαδρομή γίνεται πάλι αλπική και ακολουθεί μια τεράστια τεχνητή λίμνη. Το δάσος είναι πανέμορφο και το πυκνότερο που έχω δει ποτέ μου. Ο δρόμος όμως είναι κακός και δεν επιτρέπει γκάζια. Εδώ πάνω είναι ο παράδεισος των on-off ούτε καν των ψηλών street. Με θλίψη όμως διαπιστώνω ότι οι Ρουμάνοι είναι βαλκάνιοι 100% και όχι Ευρωπαίοι όπως θέλουν να περνιούνται. Όπου έχει σημεία για να σταματήσεις τα σκουπίδια είναι βουνά κάτι που έρχεται σε τρομερή αντίθεση με την υπέροχη θέα και φύση.


Τελικά το ορεινό πέρασμα είναι μικρό 40-45 χλμ αλλά όλος ο δρυμός αρκετά μεγάλος. Στο τέλος του βρίσκεται το φράγμα που έχει δημιουργήσει τη λίμνη που τόση ώρα οδηγώ δίπλα της. Αρκετά τουριστικό σημείο με αυτοκίνητα και κόσμο σταματημένα παντού. Σε εκείνο το σημείο συμβουλεύομαι το GPS το οποίο επιμένει να οδηγήσω προς τα πίσω 100+ χλμ και να βγω στην εθνική για το Brasov. Εγώ επιμένω να συνεχίσω τον κύκλο και να φτάσω στο Brasov από τα νότια αντί τα δυτικά. 3-4 ώρες μετά έχοντας φάει το κοπάνημα του αιώνα φτάνω στο ξενοδοχείο, αναθεματίζοντας που δεν ακολούθησα τη διαδρομή του GPS. Παρκάρω δίπλα σε ένα αυτοκίνητο με πινακίδες από τον Βόλο (είπαμε Έλληνες παντού), ο δράκουλας προσπάθησε να μας δαγκώσει αλλά δεν τα κατάφερε. Τις επόμενες μέρες θα πάμε να τον βρούμε στο σπίτι του.



Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Στους δρόμους του Δράκουλα

2 ώρες για 500 μέτρα
Το ρολόι στα όργανα της μηχανής δείχνει 17:58 όταν φρενάρω μπροστά στο γκισέ των εισιτηρίων στα Βούλγαρο - Ρουμανικά σύνορα. Το μάτι μου πέφτει στον πίνακα των δρομολογίων που γράφει 18:00 για το επόμενο φέρρυ. Δυστυχώς ο Βούλγαρος υπάλληλος δεν συγκινήθηκε ιδιαίτερα για να κάνει πιο γρήγορα και στις 18:02 που φτάσαμε στην προβλήτα το φέρρυ είχε ήδη ξεκινήσει να διασχίζει το Δούναβη.

Έχοντας μπροστά μας 2 ώρες μέχρι το επόμενο και έχοντας συμπληρώσει ήδη 9 ώρες από την αναχώρηση ήταν καιρός για ανασυγκρότηση. Η πρώτη μέρα στα ταξίδια συνήθως είναι και η πιο δύσκολη έχοντας να διανύσεις τα περισσότερα χλμ. Μέχρι στιγμής είχα καθυστερήσει αρκετά σε μια στάση για συνάλλαγμα στο Σαντάνσκι και γενικά η μ.ω.τ. μου ήταν τραγική λόγου του μετριότατου επαρχιακού δικτύου της Βουλγαρίας. Έχοντας όμως μόνο 90 χλμ μέχρι την πρώτη διανυκτέρευση στην Craiova της Ρουμανίας, πήραμε κουράγιο για τη συνέχεια. Υπολόγιζα ότι θα κάνω 1,5 ώρα μέχρι το ξενοδοχείο, αποφεύγοντας τα κάρα και προσέχοντας τα παιδάκια που πετάγονται στη μέση του δρόμου, μιας και αυτός περνάει μέσα από τα χωριά τους. Σε αυτές τις 2 όμως ώρες που περιμέναμε στωικά για το επόμενο φέρρυ, ο καιρός που όλη την ημέρα ήταν ηλιόλουστος άλλαξε δραματικά και η απέναντι πλευρά του Δούναβη γέμισε με μαύρα σύννεφα.

Φεύγουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε ανάμεσα από τις νταλίκες, ο συνοριακός έλεγχος για Έλληνες με μοτοσυκλέτα στα Βαλκάνια δεν κρατά ποτέ πάνω από 2 λεπτά και πλώρη για Craiova μέσα από τα χωριά των Ρομά. Ο δρόμος μέτριος προς κακός, το χειρότερο όμως είναι ότι είναι θεοσκότεινος μιας και στις 8 το απόγευμα πλέον έχει πέσει ο ήλιος και η βροχή που έρχεται δεν βοηθάει ιδιαίτερα. 20 λεπτά αργότερα βιώνω την χειρότερη οδηγική μου εμπειρία από το 1994 που ταξιδεύω με μοτοσυκλέτα. Οδηγώ σε έναν στενό δρόμο ανάμεσα σε χωριά και πεδιάδες μέσα σε έντονη καταιγίδα. Δεν βλέπω τίποτα μιας και ο δρόμος είναι θεοσκότεινος και τα φώτα από τα απέναντι αυτοκίνητα φωτίζουν μόνο τα κύματα της βροχής που μας χτυπάνε με μανία. Ευτυχώς πέφτουν συνεχώς αστραπές και φωτίζουν τον δρόμο για μερικά δεύτερα.


Σκέφτομαι που θα μπορούσα να σταματήσω για λίγο αλλά είμαι στη μέση μιας πεδιάδας με αστραπές να πέφτουν δεξιά - αριστερά και ο δρόμος περιστοιχίζετε από ψηλά δέντρα. Πάνω που συνειδητοποιώ ότι αυτό δεν είναι ιδιαίτερα ασφαλές, ακούω ένα τσαφ και μια αστραπή χτυπάει ένα δέντρο στα 30-40 μέτρα δεξιά μου, σπάει την κορυφή του και κομμάτια από τα κλαδιά πέφτουν μπροστά μου. Το μόνο που πρόλαβα να κάνω ήταν να τραβήξω ελαφριά το τιμόνι δεξιά και να ανοίξω το γκάζι ελπίζοντας ότι η μάζα της μοτοσυκλέτας θα ξεπεράσει αυτή των κλαδιών. Τελικά δίχως να καταλάβω πως, πέρασα από ανάμεσα χωρίς να χτυπήσω τίποτα. Το GPS πάντως έσβησε, προσωρινά ευτυχώς!


Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν σταματάς για κανένα λόγο και στην πρώτη ευκαιρία έβαλα σε εφαρμογή την τακτική "ακολούθα τον ντόπιο".  Μετά από 20 λεπτά που κυνηγούσα το βαν ενός ηλεκτρολόγου, η καταιγίδα σταμάτησε, η ορατότητα βελτιώθηκε και το μοτέρ του γκούτσι που ξεχειλίζει δεξιά και αριστερά της μοτοσυκλέτας ανέλαβε να μου στεγνώσει το παντελόνι και τις μπότες. Η Craiova που θυμίζει μια σύγχρονη πόλη της κεντρικής Ευρώπης με τα παραδοσιακά της κτίρια είναι σχετικά μικρή, οπότε βρήκα το ξενοδοχείο αρκετά εύκολα. Την επόμενη μέρα συνάντησα τον 2ο Έλληνα του ταξιδιού (κάθε μέρα συναντούσα και έναν), μόνιμο κάτοικο Γερμανίας που μου δίνει πληροφορίες για το δρόμο, όπως και η πολύ εξυπηρετική Εβραία υπάλληλος του ξενοδοχείου. Η γειτονιά μας τα Βαλκάνια τελικά είναι πολύ ενδιαφέρουσα από ανθρωπολογικής απόψεως.


Η δεύτερη μέρα του ταξιδιού ξεκινάει ηλιόλουστη, προορισμός μας σήμερα είναι το Sibiu μια μεσαιωνική πόλη στο κέντρο της Τρανσιλβανίας μέσω της Transalpina, ένα ορεινό πέρασμα των Ρουμανικών Άλπεων. Ο δρόμος μέχρι εκεί διασχίζει δεκάδες χωριουδάκια όπου παρ όλη τη φτώχεια που μαστίζει τη Ρουμανική επαρχία, τα σπίτια και οι αυλές τους είναι περιποιημένα, καθαρά και φτιαγμένα με μεράκι. Η μέρα είναι Κυριακή και πολύ συχνά συναντάμε γλέντια από γάμους τα οποία γίνονται στη μέση του δρόμου, όπως ακριβώς και στην Ελληνική επαρχία. Όλο το χωριό φοράει τα καλά του και μαζεύεται γύρω από τη νύφη, την οποία περιμένει ένα πολυτελές στολισμένο αυτοκίνητο. Σαν να παρακολουθείς ταινία του Κουστουρίτσα. Όσο ανεβαίνουμε βόρεια το τοπίο αλλάζει, τα χωράφια με τα ηλιοτρόπια αραιώνουν και τα βουνά παίρνουν τη θέση τους. Δυστυχώς αρχίζει να αυξάνεται και η κίνηση.


 Το όριο στο επαρχιακό δίκτυο είναι 50, μέσα στα χωριά πέφτει στα 30 και οι προσπεράσεις είναι δύσκολες λόγο της στενότητας των δρόμων. Αρκεί ένας οδηγός που πηγαίνει με 40 για να κάνει ουρά 20-30 αυτοκινήτων οι οποίοι δεν μπορούν να τον προσπεράσουν, προσθέστε ότι οι μοτοσυκλέτες είναι εξαιρετικά σπάνιες στους δρόμους της Ρουμανίας και οι οδηγοί των αυτοκινήτων δεν κάνουν καθόλου στην άκρη. Φτάνοντας στη βάση της Transalpina συναντώ μια ομάδα νεαρών Ρουμάνων μοτοσυκλετών. Πιάνω κουβέντα μαζί τους για την ορεινή διαδρομή την οποία σκοπεύουν και αυτοί να διασχίσουν. Τα σύννεφα στην κορυφή φαίνονται μαύρα και τους βλέπω να φοράνε αδιάβροχα. Είναι σίγουροι ότι θα έχει αρκετή βροχή στη διαδρομή των 200 χλμ. Υπό φυσιολογικές συνθήκες χρειάζονται 4 ώρες για ένα τέτοιο πέρασμα, με βροχή τουλάχιστον 5, χώρια που δεν θα δούμε και τίποτα. Να τους ακολουθήσω δεν γίνεται μιας και αυτή έχουν 500-600 cc street και Motard οπότε με το γκούτσι 2κάβαλο και φορτωμένο με 3βάλιτσο δεν έχω καμία ελπίδα.

Με βαριά καρδιά κάνω μεταβολή και αφήνω το GPS να μου βγάλει μια γρήγορη διαδρομή για το Sibiu. Τα επόμενα χιλιόμετρα διέλυσαν τη σπονδυλική μας στήλη και απορώ πως το μηχανάκι δεν κόπηκε στα δύο. Σε κάποια σημεία πηγαίναμε με 2α τσουλώντας στα όρια του να σβύσει η μηχανή. Οι νταλίκες είχαν καταστρέψει το ήδη παλιό και κακό συντηρημένο δίκτυο. Οι ώρες περνάνε τα χλμ όμως όχι και αναρωτιέμαι αν έπρεπε να διαλέξω το βουνό και τη βροχή. Τελικά μετά από κάποια ώρα που μου φάνηκε αιώνας βγήκαμε σε κεντρικό οδικό άξονα και το μαρτύριο τελείωσε. Λίγο μετά συναντάμε μια τεχνητή λίμνη την οποία ο δρόμος ακολουθεί. Η διαδρομή είναι πανέμορφη και αρκετά τουριστική όμως γιατί έχει ξενοδοχεία, κίνηση και μερικούς άσχετους οδηγούς που καθυστερούν όλους τους υπόλοιπους.

Ευτυχώς το Sibiu είναι πανέμορφο και την ώρα που φτάσαμε προλάβαμε να κάνουμε βόλτα στην παλιά πόλη και να απολαύσουμε στο φως της μέρας τις ομορφιές του. Βοήθησε και το γεγονός ότι το ξενοδοχείο ήταν σε απόσταση 10 λεπτών με τα πόδια από το κέντρο της. Η μόνο μια μέρα που είχαμε δεν ήταν αρκετή για αυτή την όμορφη πόλη η οποία ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2007. Περιπλανηθήκαμε στα στενά που δημιουργεί το κάστρο μέσα στην παλιά πόλη και βρεθήκαμε σε ένα μικρό εστιατόριο που είναι χωμένο μέσα στα τείχη του κάστρου. Το φαγητό στη Ρουμανία είναι πάμφθηνο για τα Ελληνικά δεδομένα και αρκετά νόστιμο.

Στη συνέχεια είχαμε μια ευχάριστη έκπληξη. Εκείνες τις μέρες γίνονταν ένα φεστιβάλ στην πλατεία της πόλης και το απόγευμα που βρεθήκαμε εκεί ήταν η τελετή λήξης. Παρακολουθήσαμε ένα εκπληκτικό σόου με χορευτές που στροβιλίζονταν πετώντας φωτιές, τοπικούς μουσικούς και βολτάραμε στα μικρά περίπτερα που περικύκλωναν την πλατεία, πουλώντας αναμνηστικά, τοπικά γλυκά, μέχρι και ένα μικρό υπαίθριο εστιατόριο υπήρχε με ξύλινους πάγκους. Τα γκαρσόνια του ντυμένα με μεσαιωνικές στολές μοίραζαν σούπα και λουκάνικα. Σε μια διπλανή πλατεία υπήρχε κάποιο μουσικό φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής.


















Νωρίς το επόμενο πρωί εφοδιαστήκαμε τοπικά κουλούρια και εδέσματα για την δύσκολη μέρα που είχαμε μπροστά μας. Το ορεινό πέρασμα του Transfagarasan μας περίμενε...